Το Ινστιτούτο Ογκολογίας Vall d’Hebron (VHIO), ερευνητικός φορέας με εξειδίκευση στον καρκίνο, συντόνισε μέσω της Ομάδας Μοριακής Ογκολογίας το πολυκεντρικό πρόγραμμα FUSOMAP για τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Τα πρώτα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο ESMO Open, δείχνουν ότι η παρουσία του βακτηρίου Fusobacterium μέσα σε χειρουργικά δείγματα όγκων συνδέεται με πιο επιθετικό τύπο νόσου, ασθενέστερη ανοσολογική απόκριση, αυξημένο κίνδυνο υποτροπής και περιορισμένο όφελος από τη χημειοθεραπεία μετά την επέμβαση. Η παρατηρησιακή μελέτη περιέλαβε 740 ασθενείς με εξαιρέσιμο καρκίνο σταδίου I–III.
- Fusobacterium εντοπίστηκε στους όγκους του 21% των 740 ασθενών.
- Η παρουσία του βακτηρίου συσχετίστηκε ανεξάρτητα με μικρότερο διάστημα χωρίς υποτροπή και χωρίς νόσο.
- Η επικουρική χημειοθεραπεία βελτίωσε σημαντικά την επιβίωση χωρίς νόσο στους αρνητικούς, αλλά όχι στους θετικούς στο Fusobacterium ασθενείς.
- Η παραμονή του βακτηρίου σε δείγματα κοπράνων συνδέθηκε επίσης με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής.
Το FUSOMAP αναζητά βιοδείκτες πέρα από τα χαρακτηριστικά του όγκου
Το FUSOMAP είναι τριετές πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχουν εννέα ισπανικά νοσοκομεία από επτά αυτόνομες κοινότητες. Στόχος του είναι να χαρτογραφήσει το Fusobacterium μέσα στους όγκους και να μελετήσει τη σχετιζόμενη εντερική μικροχλωρίδα σε ασθενείς με χειρουργήσιμο καρκίνο του παχέος εντέρου σταδίου I–III.
Σήμερα, η εκτίμηση του κινδύνου βασίζεται κυρίως στο στάδιο και στον βαθμό του όγκου, καθώς και στην ύπαρξη φλεβικής, λεμφικής ή περινευρικής διήθησης. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Ομάδας Μοριακής Ογκολογίας του VHIO και κύριο ερευνητή του FUSOMAP, Πάολο Νουτσιφόρο, αυτά τα στοιχεία έχουν περιορισμένη δυνατότητα να προσδιορίσουν ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν από επικουρική χημειοθεραπεία.
Η επικουρική θεραπεία χορηγείται μετά τη χειρουργική επέμβαση με σκοπό να μειωθεί ο κίνδυνος επανεμφάνισης της νόσου. Παρά το χειρουργείο με θεραπευτική πρόθεση και τη χημειοθεραπεία, υποτροπή παρουσιάζεται σε περισσότερο από το 30% των ασθενών σταδίου II–III, σύμφωνα με τη δημοσίευση.
Αυτό σημαίνει ότι ένας αξιόπιστος βιοδείκτης θα μπορούσε μελλοντικά να συμπληρώσει την παθολογοανατομική αξιολόγηση, διαχωρίζοντας καλύτερα τους ασθενείς με διαφορετική πρόγνωση ή πιθανότητα οφέλους από τη θεραπεία.
Οι θετικοί όγκοι συνδέθηκαν με χειρότερη έκβαση
Από τους 740 συμμετέχοντες, το 21% είχε όγκους θετικούς στο Fusobacterium. Με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 48,6 μηνών, η ενδοογκική παρουσία του βακτηρίου συσχετίστηκε ανεξάρτητα τόσο με μικρότερη επιβίωση χωρίς υποτροπή όσο και με μικρότερη επιβίωση χωρίς νόσο.
Η ανάλυση έδειξε επίσης διαφορετική εικόνα ως προς την επικουρική χημειοθεραπεία. Στους ασθενείς χωρίς Fusobacterium στον όγκο καταγράφηκε σημαντική βελτίωση της επιβίωσης χωρίς νόσο, ενώ αντίστοιχο όφελος δεν παρατηρήθηκε στην ομάδα με θετικούς όγκους.
Στην ογκολογία, ένας προγνωστικός βιοδείκτης παρέχει πληροφορίες για την πιθανή πορεία της νόσου, ενώ ένας προβλεπτικός βιοδείκτης βοηθά να εκτιμηθεί η πιθανότητα ανταπόκρισης σε συγκεκριμένη θεραπεία. Τα αποτελέσματα τοποθετούν το Fusobacterium ως πιθανό υποψήφιο και για τους δύο ρόλους, όχι όμως ακόμη ως καθιερωμένο κλινικό εργαλείο.
Η ανίχνευση στα κόπρανα προηγήθηκε ορισμένων υποτροπών
Οι ερευνητές εξέτασαν ακόμη διαδοχικά δείγματα κοπράνων μετά το χειρουργείο. Η παραμονή του Fusobacterium στην εντερική μικροχλωρίδα συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο επανεμφάνισης του καρκίνου, ενώ το βακτήριο μπορούσε να ανιχνευθεί έως και τρία χρόνια πριν από την υποτροπή.
Εφόσον το εύρημα επιβεβαιωθεί, η εξέταση της μικροχλωρίδας θα μπορούσε να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό ασθενών που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση.
Η μελέτη ήταν παρατηρησιακή: καταγράφει συσχετίσεις και δεν αποδεικνύει ότι το Fusobacterium προκαλεί πιο επιθετική νόσο ή μειώνει την αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι απαιτείται προοπτική επιβεβαίωση σε μεγαλύτερες ομάδες ασθενών πριν τα αποτελέσματα εφαρμοστούν στην καθημερινή κλινική πρακτική.
Για τους ασθενείς στην Ελλάδα και αλλού, επομένως, τα ευρήματα δεν μεταβάλλουν προς το παρόν τις θεραπευτικές αποφάσεις. Αναδεικνύουν όμως έναν πιθανό νέο τρόπο εξατομίκευσης της θεραπείας και της παρακολούθησης, με βάση όχι μόνο τον ίδιο τον όγκο αλλά και τα βακτήρια που συνυπάρχουν στο μικροπεριβάλλον του.
Θα πρέπει, κατά τη γνώμη σας, οι δείκτες της μικροχλωρίδας να ενταχθούν στην ογκολογική παρακολούθηση εφόσον επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες μελέτες;































