Το UT Health San Antonio, το ακαδημαϊκό κέντρο υγείας του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Σαν Αντόνιο, εξέτασε κατά πόσο η καρδιαγγειακή υγεία στη μέση ηλικία συνδέεται με τη μετέπειτα πορεία των γνωστικών ικανοτήτων. Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23 Ιουλίου, ανέλυσε στοιχεία 402 ανθρώπων από το Σαν Αντόνιο και διαπίστωσε ότι η σωματική δραστηριότητα και τα χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης νηστείας σχετίζονταν με βραδύτερη γνωστική έκπτωση. Ωστόσο, οι συσχετίσεις δεν ήταν ίδιες στις δύο εθνοτικές ομάδες που συμμετείχαν, εύρημα που αναδεικνύει την ανάγκη αντιπροσωπευτικότερης έρευνας γύρω από τη γήρανση του εγκεφάλου.
- Στη μελέτη συμμετείχαν 402 άνθρωποι, με μέση ηλικία τα 57,9 έτη.
- Το 52% των συμμετεχόντων ήταν ισπανόφωνοι και οι υπόλοιποι μη ισπανόφωνοι λευκοί.
- Η σωματική δραστηριότητα συνδέθηκε ιδιαίτερα με βραδύτερη γνωστική έκπτωση στους ισπανόφωνους συμμετέχοντες.
- Η χαμηλότερη γλυκόζη νηστείας συνδέθηκε με βραδύτερη έκπτωση στους μη ισπανόφωνους λευκούς.
Οι συσχετίσεις διέφεραν ανάμεσα στις δύο ομάδες
Από τους συμμετέχοντες, το 58,5% ήταν γυναίκες. Οι ερευνητές συνέκριναν Μεξικανοαμερικανούς και μη ισπανόφωνους λευκούς που προέρχονταν από τον ίδιο πληθυσμό και το ίδιο γεωγραφικό περιβάλλον, ώστε οι διαφορές να εξεταστούν μέσα σε κοινό πλαίσιο.
Η σωματική δραστηριότητα εμφάνισε ισχυρότερη σύνδεση με βραδύτερη γνωστική έκπτωση στους ισπανόφωνους, ενώ στους μη ισπανόφωνους λευκούς ξεχώρισε η σχέση με τη χαμηλότερη γλυκόζη νηστείας.
Η μελέτη είναι παρατηρητική και καταγράφει συσχετίσεις· δεν αποδεικνύει ότι η άσκηση ή η γλυκόζη προκαλούν άμεσα τις παρατηρούμενες διαφορές στη γνωστική πορεία. Επίσης, τα αποτελέσματα αφορούν τον συγκεκριμένο πληθυσμό που εξετάστηκε και δεν μπορούν να γενικευθούν αυτομάτως σε όλους.
Η Claudia Satizabal, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστημών Υγείας Πληθυσμού και στο Glenn Biggs Institute for Alzheimer’s and Neurodegenerative Diseases, δήλωσε ότι η βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας μέσω παραγόντων του τρόπου ζωής που μπορούν να τροποποιηθούν ενδέχεται να περιορίσει ουσιαστικά το βάρος της νόσου Αλτσχάιμερ και άλλων μορφών άνοιας, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου.
Επτά δείκτες συνδέουν καρδιά και εγκέφαλο
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το πλαίσιο Life’s Simple 7 της American Heart Association, έναν τρόπο συνολικής αποτίμησης της καρδιαγγειακής υγείας. Περιλαμβάνει τρεις παράγοντες συμπεριφοράς —διατροφή, κάπνισμα και σωματική δραστηριότητα— καθώς και τέσσερις δείκτες υγείας: αρτηριακή πίεση, δείκτη μάζας σώματος, ολική χοληστερόλη και γλυκόζη νηστείας.
Προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει την καλύτερη επίδοση σε αυτό το πλαίσιο με καλύτερη γνωστική λειτουργία, υγιέστερο εγκέφαλο και χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας. Η νέα εργασία εξετάζει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: αυτές οι σχέσεις μπορεί να μην εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο σε διαφορετικούς πληθυσμούς.
Αυτό σημαίνει ότι ένας ενιαίος συνολικός δείκτης καρδιαγγειακής υγείας μπορεί να κρύβει διαφορές ως προς το ποιο επιμέρους στοιχείο συνδέεται περισσότερο με τη γνωστική γήρανση κάθε ομάδας.
Η υποεκπροσώπηση περιορίζει όσα γνωρίζουμε
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, περίπου το 14% των ισπανόφωνων ενηλίκων ηλικίας 65 ετών και άνω στις ΗΠΑ έχει Αλτσχάιμερ, έναντι 10% των μη ισπανόφωνων λευκών στην ίδια ηλικιακή κατηγορία. Παράλληλα, οι ισπανόφωνοι πληθυσμοί παραμένουν υποεκπροσωπούμενοι στην έρευνα για τη νόσο.
Οι συμμετέχοντες είχαν λάβει μέρος στις μακροχρόνιες μελέτες San Antonio Heart Study και San Antonio Longitudinal Study of Aging. Η πρώτη επικεντρώθηκε στον διαβήτη τύπου 2 και στις καρδιοπάθειες, ενώ η δεύτερη στις χρόνιες παθήσεις, στην υγιή γήρανση και στην εμφάνιση αναπηριών στους μεγαλύτερους ενηλίκους.
Για τον αναγνώστη στην Ελλάδα, η πρακτική σημασία του ευρήματος δεν είναι ότι προκύπτει μια νέα ιατρική οδηγία. Είναι ότι συνηθισμένες παράμετροι, όπως η κίνηση και η γλυκόζη νηστείας, μελετώνται όχι μόνο σε σχέση με την καρδιά και τον μεταβολισμό, αλλά και ως πιθανοί δείκτες της μακροπρόθεσμης υγείας του εγκεφάλου. Χρειάζονται, πάντως, περαιτέρω μελέτες σε διαφορετικούς πληθυσμούς πριν εξαχθούν ευρύτερα συμπεράσματα.
Πιστεύετε ότι οι έρευνες για τη γνωστική γήρανση πρέπει να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις διαφορές μεταξύ πληθυσμιακών ομάδων;































