Η πρόσβαση στα τρόφιμα σε παγκόσμιο επίπεδο δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα παράγονται, αλλά και από το εάν μπορούν να μεταφερθούν εκεί όπου υπάρχει ζήτηση, σύμφωνα με νέα μελέτη υπό την καθοδήγηση του Πανεπιστημίου του Oulu. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Aalto και το Pellervo Economic Research στη Φινλανδία συμμετείχαν στην ανάπτυξη ενός χωρικού πλαισίου, το οποίο συνδύασε δεδομένα για την παραγωγή, τη ζήτηση, τις υποδομές και το κόστος μεταφοράς. Η ανάλυση διαπίστωσε ότι οι οικονομικές ανισότητες ήταν ο παράγοντας με τη μεγαλύτερη επίδραση μεταξύ των σεναρίων που εξετάστηκαν.
- Η μελέτη εξέτασε έξι βασικές ομάδες καλλιεργειών που αντιστοιχούν περίπου στις μισές θερμίδες τροφίμων του διεθνούς εμπορίου.
- Το σημερινό δίκτυο μεταφορών δεν μπορεί να εξισορροπήσει πλήρως την παγκόσμια προσφορά και ζήτηση τροφίμων.
- Το μεγαλύτερο μέρος της ανεκπλήρωτης ζήτησης εντοπίστηκε στην Ασία, κυρίως στη Νότια, Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία.
- Η εργασία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Cleaner Production.
Η έρευνα συνέδεσε την παραγωγή με τα δίκτυα μεταφοράς
Αφετηρία της μελέτης ήταν η διάκριση ανάμεσα στη διαθεσιμότητα και στην πραγματική προσβασιμότητα των τροφίμων. Μια περιοχή μπορεί να διαθέτει επαρκή παραγωγή ή να συνδέεται θεωρητικά με πλεονασματικές αγορές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι απαιτούμενες ποσότητες μπορούν να φτάσουν οικονομικά και αποτελεσματικά στους καταναλωτές.
Για να αποτυπώσουν αυτή τη διαφορά, οι ερευνητές συνέκριναν την προσφορά και τη ζήτηση διατροφικής ενέργειας για έξι ομάδες καλλιεργειών: δημητριακά εύκρατου κλίματος —κριθάρι, σιτάρι και σίκαλη—, καλαμπόκι, ρύζι, τροπικά δημητριακά —κεχρί και σόργο—, τροπικές ρίζες με επίκεντρο την κασάβα και όσπρια.
Οι συγκεκριμένες ομάδες αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ των θερμίδων τροφίμων που διακινούνται διεθνώς. Στο μοντέλο ενσωματώθηκαν παγκόσμια δεδομένα για την παραγωγή και τη ζήτηση, μαζί με πληροφορίες για τις μεταφορικές υποδομές και το κόστος διακίνησης.
Τρία σενάρια ανέδειξαν τον ρόλο της ανισότητας
Στη συνέχεια, η ομάδα εξέτασε τρεις διαφορετικές συνθήκες: ίσο κόστος μεταφοράς μεταξύ περιοχών, οικονομικές διαφορές και διαταραχές που συνδέονται με απώλειες στην παραγωγή ή κινδύνους για τις υποδομές.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ακόμη και όταν υπάρχουν επαρκείς ποσότητες μέσα στο παγκόσμιο σύστημα, το κόστος και η άνιση οικονομική δυνατότητα μπορούν να εμποδίσουν τη μεταφορά τους προς τις περιοχές όπου χρειάζονται.
Όταν συνυπολογίστηκαν οι διαφορές στο εισόδημα και στις δαπάνες για τρόφιμα, αυξήθηκαν ταυτόχρονα τόσο τα πλεονάσματα όσο και η ζήτηση που δεν καλύφθηκε. Από τα σενάρια της έρευνας, η οικονομική ανισότητα αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος παράγοντας που επηρέαζε την προσβασιμότητα.
Οι μεγαλύτερες ελλείψεις πρόσβασης καταγράφηκαν σε τμήματα της Ασίας και της Αφρικής. Στην Ασία, η ανεκπλήρωτη ζήτηση συγκεντρώθηκε κυρίως στη Νότια, Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία.
Για την Αφρική, το μοντέλο έδειξε ότι μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής θα ήταν θεωρητικά προσβάσιμο εάν το κόστος μεταφοράς ήταν παντού ίσο. Όταν, όμως, υπολογίστηκε το υψηλότερο κόστος που αντιμετωπίζουν πολλές αφρικανικές περιοχές, σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες έμεναν αδιάθετες.
Η δημοσίευση στρέφει το ενδιαφέρον πέρα από την παραγωγή
Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι οι πολιτικές επισιτιστικής ασφάλειας δεν αρκεί να επικεντρώνονται στην αύξηση της παραγωγής: πρέπει να εξετάζουν επίσης τις οδικές και θαλάσσιες υποδομές, το κόστος μεταφοράς και τις οικονομικές ανισότητες.
Αυτό έχει σημασία και για χώρες που συμμετέχουν στις διεθνείς αλυσίδες τροφίμων, καθώς η ύπαρξη διαθέσιμων προϊόντων στην παγκόσμια αγορά δεν εγγυάται από μόνη της ισότιμη πρόσβαση. Η μελέτη, πάντως, αποτελεί ανάλυση σεναρίων και όχι πρόβλεψη μιας συγκεκριμένης μελλοντικής έλλειψης ή αποτίμηση της κατάστασης σε κάθε επιμέρους χώρα.
Η εργασία των Terhi Ala-Hulkko και συνεργατών δημοσιεύθηκε στο Journal of Cleaner Production με τίτλο «Global accessibility of food ecosystem services under economic inequality, food production, and infrastructure shocks» και DOI 10.1016/j.jclepro.2026.148783.
Πιστεύετε ότι η επισιτιστική πολιτική πρέπει να δίνει μεγαλύτερο βάρος στις μεταφορές και στην οικονομική πρόσβαση, πέρα από την ίδια την παραγωγή;































