Το Κέντρο Υδατοκαλλιέργειας του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο (CAUNESP), με έδρα την Τζαμποτικάμπαλ, μελετά την υγεία των εκτρεφόμενων ψαριών και βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας βραζιλιάνικης έρευνας. Επιστήμονές του, μαζί με ερευνητές του Πανεπιστημίου Ζαμβέζη στη Μοζαμβίκη, κατέγραψαν για πρώτη φορά στη Βραζιλία βακτήρια του γένους Flavobacterium που προκαλούν τη νόσο columnaris σε ψάρια υδατοκαλλιέργειας. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Microbial Pathogenesis, δείχνει ότι παθογόνα τα οποία είχαν εντοπιστεί προηγουμένως μόνο σε μονάδες της Ασίας και των ΗΠΑ είναι παρόντα και σε βραζιλιάνικες εκτροφές ειδών που προορίζονται για κατανάλωση.
- Οι ερευνητές απομόνωσαν 11 στελέχη βακτηρίων, από τα οποία έξι ανήκαν στο είδος Flavobacterium oreochromis.
- Το F. oreochromis βρέθηκε όχι μόνο σε τιλάπια αλλά και σε ταμπακί, λαμπάρι και πάκου.
- Το Flavobacterium davisii ανιχνεύθηκε για πρώτη φορά σε στικτό γατόψαρο του Αμαζονίου.
- Ορισμένα από τα βακτήρια αναπτύχθηκαν ιδανικά στους 28 βαθμούς Κελσίου και παρήγαγαν έντονα βιοϋμένιο.
Η νόσος προσβάλλει δέρμα, πτερύγια και βράγχια
Η νόσος columnaris πήρε το όνομά της από το Flavobacterium columnare. Μέχρι πρόσφατα, τέσσερα είδη του γένους θεωρούνταν ένα ενιαίο είδος, γεγονός που δείχνει γιατί η ακριβής εργαστηριακή ταυτοποίηση έχει σημασία για την παρακολούθηση των παθογόνων.
Η ασθένεια προκαλεί λευκές αλλοιώσεις στο δέρμα και στα πτερύγια, καθώς και νέκρωση στα βράγχια. Σύμφωνα με τη Φαμπιάνα Πιλάρσκι, καθηγήτρια στο CAUNESP και επόπτρια της διδακτορικής έρευνας, τα βακτήρια τρέφονται με επιθηλιακά κύτταρα και μπορούν να σκοτώσουν τα ψάρια μέσα σε λίγες ημέρες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προνύμφες και γόνο.
Η αρχική αναγνώριση γίνεται με οπτική εξέταση των αποικιών στο μικροσκόπιο. Ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Ντανιέλ ντε Αμπρέου Ρέις Φερέιρα, εξηγεί ότι η ολισθητική κίνηση των μικροοργανισμών μέσα στο καλλιεργητικό υλικό μπορεί να καταστήσει μια αποικία διαφανή και σχεδόν αόρατη, απαιτώντας ιδιαίτερη προσοχή.
Η ανίχνευση του F. oreochromis σε τρία αυτόχθονα είδη σημαίνει ότι η επιτήρηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις εκτροφές τιλάπιας.
Το εύρος των πιθανών ξενιστών διευρύνεται
Από τα 11 στελέχη που απομονώθηκαν, τα έξι ήταν F. oreochromis. Στη Βραζιλία το συγκεκριμένο βακτήριο ήταν μέχρι τώρα γνωστό ως παθογόνο της τιλάπιας του Νείλου, η οποία πωλείται επίσης με την εμπορική ονομασία Saint Peter. Η έρευνα το εντόπισε σε δείγματα από ταμπακί, λαμπάρι και πάκου που εκτρέφονταν για κατανάλωση.
Ξεχωριστό εύρημα ήταν η πρώτη ανίχνευση του F. davisii σε στικτό γατόψαρο του Αμαζονίου. Όπως επισημαίνει ο Φερέιρα, το ψάρι ανήκει σε διαφορετική τάξη από εκείνες που συνήθως αποικίζει το βακτήριο, διευρύνοντας έτσι το φάσμα των δυνητικών ξενιστών του.
Για τις μονάδες υδατοκαλλιέργειας αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται ότι τα πρωτόκολλα ελέγχου χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη περισσότερα εκτρεφόμενα είδη. Πρόκειται για συμπέρασμα ως προς τη σημασία των ευρημάτων και όχι για καταγεγραμμένη αλλαγή στις πρακτικές των μονάδων.
Η θερμοκρασία και το βιοϋμένιο ευνοούν την επιβίωση
Στις εργαστηριακές δοκιμές, τα F. davisii και F. inkyongense εμφάνισαν ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης στους 28 βαθμούς Κελσίου, θερμοκρασία που αντιστοιχεί στον μέσο όρο των εσωτερικών υδάτων της Βραζιλίας. Τα F. oreochromis και F. indicum προτίμησαν υψηλότερες θερμοκρασίες, ενώ η ανάπτυξη του F. indicum κορυφώθηκε στους 35 βαθμούς Κελσίου. Κατά τους ερευνητές, αυτό σημαίνει ότι το είδος ενδέχεται να ευνοείται από τη θέρμανση των υδάτων.
Στους 28 βαθμούς τα βακτήρια παρουσίασαν υψηλή παραγωγή βιοϋμενίου, δηλαδή μιας προστατευτικής μήτρας που τους επιτρέπει να παραμένουν αδρανή σε δυσμενείς συνθήκες και να πολλαπλασιάζονται ξανά όταν το περιβάλλον γίνει κατάλληλο.
Η δυνατότητα σχηματισμού βιοϋμενίου υπογραμμίζει, σύμφωνα με τους ερευνητές, τη σημασία ισχυρών πρωτοκόλλων καθαρισμού και απολύμανσης του εξοπλισμού χειρισμού των ψαριών.
Στους 35 βαθμούς σχεδόν όλα τα είδη εμφάνισαν σημαντική μείωση του βιοϋμενίου. Εξαίρεση αποτέλεσε το F. davisii, το οποίο συνέχισε να παράγει σημαντική ποσότητα, αν και η κινητικότητά του περιορίστηκε. Οι επιστήμονες το ερμηνεύουν ως μεταβολικό συμβιβασμό: το βακτήριο κινείται λιγότερο, αλλά επενδύει στην προστασία και την επιβίωσή του.
Η έρευνα στρέφεται σε εμβόλια και αλατότητα
Μελέτες άλλων ερευνητικών ομάδων δείχνουν ότι τα βακτήρια Flavobacterium δεν ανέχονται καλά την αλατότητα. Η προσθήκη αλατιού στο νερό θα μπορούσε επομένως να περιορίσει την ικανότητα αποικισμού τους, αλλά απαιτείται περισσότερη έρευνα για να προσδιοριστεί το κατάλληλο επίπεδο για κάθε είδος ψαριού. Το εύρημα δεν συνιστά από μόνο του οδηγία εφαρμογής σε μονάδες.
Παράλληλα, οι ερευνητές πραγματοποιούν γονιδιωματικές αναλύσεις για να εντοπίσουν πιθανούς στόχους εμβολίων. Στόχος είναι η ανάπτυξη αυτόλογων σκευασμάτων, προσαρμοσμένων στα στελέχη κάθε μονάδας. Η Πιλάρσκι θεωρεί ότι, επειδή η νόσος προσβάλλει κυρίως το δέρμα, ένα εμβόλιο με εξασθενημένο βακτήριο που θα χορηγείται με εμβάπτιση θα ήταν κατάλληλο για τον ταυτόχρονο εμβολιασμό μεγάλου αριθμού νεαρών ψαριών.
Θεωρείτε ότι η συστηματική επιτήρηση και τα προσαρμοσμένα εμβόλια πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα για τις μονάδες υδατοκαλλιέργειας;































