«Τα ευρήματα αναδεικνύουν τον ρόλο των συμπτωμάτων του ανώτερου αναπνευστικού και νέων βιοδεικτών φλεγμονής στον εντοπισμό παιδιών με αυξημένο κίνδυνο παροξύνσεων άσθματος», γράφουν η Καταρζίνα Γκμαχόφσκα, από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο του Λοτζ στην Πολωνία, και οι συνεργάτες της. Το συμπέρασμα προέρχεται από αναδρομική μελέτη παρατήρησης σε 80 παιδιά με αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα, η οποία δημοσιεύθηκε διαδικτυακά στις 16 Ιουλίου στο International Journal of Occupational Medicine and Environmental Health. Στο παιδικό άσθμα, οι παράγοντες που συνδέθηκαν με συχνότερες παροξύνσεις διέφεραν ανάλογα με την ευαισθητοποίηση στα ακάρεα οικιακής σκόνης.
- Η αναδρομική μελέτη παρατήρησης περιέλαβε 80 παιδιά με αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα.
- Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ομάδες με λιγότερες από δύο ή τουλάχιστον δύο παροξύνσεις μέσα σε 12 μήνες.
- Στα παιδιά με ευαισθητοποίηση στα ακάρεα, οι συχνές παροξύνσεις συνδέθηκαν με χαμηλότερες τιμές σπιρομέτρησης και χειρότερο έλεγχο του άσθματος.
- Χωρίς αυτή την ευαισθητοποίηση, οι συχνές παροξύνσεις συσχετίστηκαν με υψηλότερο sRAGE και μεγαλύτερο περιορισμό δραστηριοτήτων λόγω ρινοκολπικών συμπτωμάτων.
Δύο ομάδες εμφάνισαν διαφορετικό προφίλ παροξύνσεων
Οι ερευνητές κατέταξαν τα παιδιά τόσο με βάση τη συχνότητα των παροξύνσεων όσο και με βάση το εάν είχαν ευαισθητοποίηση στα ακάρεα οικιακής σκόνης. Ως συχνότερες ορίστηκαν οι δύο ή περισσότερες παροξύνσεις κατά τη διάρκεια 12 μηνών, ενώ η άλλη ομάδα είχε λιγότερες από δύο.
Στα παιδιά χωρίς ευαισθητοποίηση στα ακάρεα, οι συχνότερες παροξύνσεις συσχετίστηκαν με μεγαλύτερες συγκεντρώσεις του διαλυτού υποδοχέα τελικών προϊόντων προχωρημένης γλυκοζυλίωσης, γνωστού ως sRAGE. Συνδέθηκαν επίσης με μεγαλύτερο περιορισμό της δραστηριότητας εξαιτίας ρινοκολπικών συμπτωμάτων.
Στα παιδιά που ήταν ευαισθητοποιημένα στα ακάρεα, το προφίλ ήταν διαφορετικό: οι συχνές παροξύνσεις συνδέθηκαν με χαμηλότερο FEV₁, μειωμένο λόγο FEV₁/FVC και χειρότερο έλεγχο του άσθματος.
Η ομάδα διαπίστωσε ακόμη ότι τα εντονότερα ρινοκολπικά συμπτώματα παρατηρούνταν στα παιδιά με χειρότερο έλεγχο του άσθματος.
Οι μετρήσεις αποτυπώνουν αναπνοή, φλεγμονή και συμπτώματα
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε σπιρομέτρηση, μέτρηση του κλασματικού εκπνεόμενου μονοξειδίου του αζώτου, καταμέτρηση ηωσινοφίλων στο περιφερικό αίμα και εξέταση του sRAGE στον ορό. Αξιολογήθηκαν επίσης ο έλεγχος του άσθματος και τα ρινοκολπικά συμπτώματα.
Στη σπιρομέτρηση, το FEV₁ αποτυπώνει τον όγκο αέρα που εκπνέεται στο πρώτο δευτερόλεπτο μιας δυνατής εκπνοής, ενώ ο λόγος FEV₁/FVC συγκρίνει αυτή την τιμή με τη συνολική δυναμική ζωτική χωρητικότητα. Οι μετρήσεις αυτές προσφέρουν διαφορετική πληροφορία από τους δείκτες φλεγμονής και την καταγραφή των συμπτωμάτων.
Πρακτικά, τα αποτελέσματα σημαίνουν ότι, στη συγκεκριμένη ομάδα παιδιών, ένα ενιαίο σύνολο δεικτών δεν περιέγραφε με τον ίδιο τρόπο τον κίνδυνο συχνών παροξύνσεων και στις δύο κατηγορίες ευαισθητοποίησης.
Η παρατηρητική μελέτη δείχνει συσχετίσεις, όχι αιτιότητα
Επειδή η έρευνα ήταν αναδρομική και παρατηρητική, καταγράφει συσχετίσεις και δεν αποδεικνύει ότι κάποιος από τους δείκτες προκαλεί τις παροξύνσεις. Επίσης, τα ευρήματα αφορούν τα 80 παιδιά που μελετήθηκαν και δεν συνιστούν από μόνα τους θεραπευτική οδηγία.
Η σημασία τους βρίσκεται στη διαφοροποίηση του προφίλ κινδύνου: για τα παιδιά με ευαισθητοποίηση στα ακάρεα κυριάρχησαν οι δείκτες αναπνευστικής λειτουργίας και ελέγχου του άσθματος, ενώ για εκείνα χωρίς ευαισθητοποίηση αναδείχθηκαν το sRAGE και οι επιπτώσεις των ρινοκολπικών συμπτωμάτων.
Πιστεύετε ότι η αξιολόγηση του παιδικού άσθματος πρέπει να δίνει μεγαλύτερο βάρος στον συνδυασμό σπιρομέτρησης, βιοδεικτών και ρινοκολπικών συμπτωμάτων;































